Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Ο Βίος του Αγίου Μάμα (μετάφραση απο ανέκδοτο Κώδικα)

Ημερομηνία: Δύο Σεπτεμβρίου. Μαρτύριον του Αγίου Μάρτυρος Μάμαντος.

Είναι απαραίτητο και αναγκαίο να διηγούμαστε στον λαό του Θεού τα βάσανα, τις διώξεις και την τελική θανάτωση που υπέστησαν οι ενάρετοι Χριστιανοί που επέμεναν στην ορθή τους πίστη και στις ιδέες τους.
Οι θυσίες των ηθικών εκείνων προσώπων, αποτέλεσαν μαζί με τις έντιμες πράξεις και τον αγνό τρόπο της ζωής τους, τα γερά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η χριστιανική πίστη.
Με κάθε τρόπο λοιπόν, πρέπει να τους θυμόμαστε και να τιμούμε την μνήμη τους.
Γιατί με το μαρτύριό τους εκείνοι, προσέλκυσαν πολλούς και σπουδαίους ανθρώπους στην Χριστιανική θρησκεία, μεταδίδοντάς τους ενθουσιασμό και αφοσίωση όμοια με την δικιά τους, στα ιδανικά του Χριστιανισμού.
Έτσι και τώρα, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, θα αποκομίσουν μεγάλο όφελος όσοι αγαπούν και πιστεύουν στους Μάρτυρες.
Όπως δεν επιτρέπεται από τον Ιουδαϊκό νόμο όμως, να κηρύττει κανείς τα κατά Ανανία και Αζαρία και Μισαήλ κατορθώματα, έτσι και εμείς συναντούμε σήμερα πολλές δυσκολίες και απαγορεύσεις στο να διηγούμαστε το μεγαλείο της ψυχής, την γενναιότητα και τον ηρωισμό των Μαρτύρων που έδωσαν τον επίπονο αγώνα τους εκείνη την δύσκολη εποχή.


Οι γονείς του Αγίου
Ζούσε λοιπόν εκείνη την εποχή, κάποιος άνδρας με το όνομα Θεόδοτος, στην πόλη Γάγγρα στις Παφλαγονίας.
Ο Θεόδοτος είχε για σύζυγό του τη γυναίκα που ονομαζόταν Ρουφίνα. Έμεναν δε, σε κάποιο αριστοκρατικό προάστιο της πόλεως.
Το ζεύγος αυτό είχε μεγάλα αξιώματα και έχαιρε τιμών σ’ αυτήν την πόλη. Ήταν δε ευσεβείς άνθρωποι και πιστοί στον Κύριο.
Διοικητής τότε της πόλης των Γαγγρών ήταν κάποιος Αλέξανδρος, άνθρωπος κακός, που μισούσε στις Χριστιανούς και κατατρέχοντάς τους, τους ανάγκαζε να θυσιάζουν στα είδωλα.
Όταν πληροφορήθηκε λοιπόν πως ο γαλήνιος και ευτυχής Θεόδοτος είναι Χριστιανός και συμβουλεύει και καθοδηγεί στις πολίτες να μην θυσιάζουν στις θεούς, ούτε να υπακούν στον Καίσαρα και την πολιτική του, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν μπροστά του.
Έτσι και έγινε και ο Θεόδοτος παρουσιάστηκε μπροστά στον Διοικητή. Ο Αλέξανδρος τότε τον ρώτησε πως ονομάζεται , και εκείνος απάντησε:
- Θεόδοτος. Του είπε τότε ο Αλέξανδρος:
-Γιατί δείχνεις ανυπακοή στην διαταγή του Καίσαρα και δεν θυσιάζεις στους θεούς; Πίστεψε σε κείνους και δείξε έμπρακτα την εύνοια σου και την πίστη σου τώρα. Μπες στον ναό του Σεραπίωνα και κάνε θυσία σε αυτόν. Για να μην αναγκαστώ με σκληρά βασανιστήρια να σε πείσω να προσφέρεις θυσία.Απάντησε τότε ο Θεόδοτος:
- Δεν μπορείς να με υποβάλεις σε βασανιστήρια διότι κατέχω τίτλους Ευγενείας.
Είπε τότε ο Αλέξανδρος: -Ποιος δηλαδή τυγχάνει να είσαι;
Λέει τότε ο Θεόδοτος: -Είμαι γόνος αριστοκρατικής οικογενείας, και έχω κληρονομικούς τίτλους Πατρικίου.
Έτσι ο Αλέξανδρος μην μπορώντας να τον δικάσει αφού είχε ανώτερο τίτλο από τον ίδιον, του είπε: -Σε παρακαλώ Θεόδοτε άκουσέ με και μην απειθείς στην διαταγή του Καίσαρα. Αν δεν πεισθείς από μένα τώρα να υπακούσεις θα με αναγκάσεις να σε στείλω στον ηγεμόνα στην Καισάρεια.
Απάντησε ο Θεόδοτος και είπε: -Ακόμα κι αν με παραπέμψεις στον ηγεμόνα σου δεν θα φοβηθώ. Γιατί έχω τον Θεό βοηθό μου.
Αυτά αφού είπε, αμέσως τον έστειλε στον ηγεμόνα της επαρχίας με συνοδευτική αναφορά που έγραφε: «Αποστέλλω στην Μεγαλειότητά σας, άνδρα ο οποίος δείχνει ανυπακοή στην πολιτική του Καίσαρα και συμπαρασύρει τον λαό στο να μην λατρεύει στις θεούς».
Τον κρατούμενο σύζυγό της, ακολούθησε στην πορεία προς την Καισαρεία και η σύζυγός του Ρουφίνα, αφού τον υπεραγαπούσε και με κάθε τρόπο του έδειχνε την στοργή της. Κι ας ήταν με την κοιλιά στο στόμα! Γιατί είχε μείνει ήδη έγκυος αρκετούς μήνες πριν τους στείλουν στην Καισαρεία.


Η γέννηση του Αγίου στην φυλακή
Οταν ο ηγεμόνας της Κεσαρείας πήρε στα χέρια του την αναφορά και την διάβασε, αμέσως διέταξε να ρίξουν τον Θεόδοτο στα κρατητήρια. Μαζί με αυτόν να φυλακίσουν και την γυναίκα του.
Μόλις τους κλείδωσαν στο κελί ο Θεόδοτος αφού γονάτισε, με δάκρυα στα μάτια, προσευχήθηκε λέγοντας:
-Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων, μεγάλε Πατέρα του μονογενούς σου Υιού, εσύ που μέχρι αυτή την ημέρα με κράτησες στην ζωή. Χορήγησέ σε μένα την Χάρη σου και δύναμη τέτοια, έτσι ώστε ψηλά να κρατήσω το όνομά σου.
Δώσε μου ψυχικό σθένος και υπομονή μέχρι το τέλος για να μην πέσω στις παγίδες του διαβόλου. Ούτε να υποκύψω στην αδικία που άνθρωποι πονηροί και ασεβέστατοι κάνουν σε μένα.

Αυτά αφού προσευχήθηκε, αγκάλιασε και φίλησε την γυναίκα του και αφού ξάπλωσε στο δάπεδο της φυλακής παρέδωσε το πνεύμα.
Η Ρουφίνα βλέποντας τον άνδρα της να ξεψυχάει, ένιωσε μεγάλη ταραχή. Μην μπορώντας να αντέξει τέτοια οδύνη αμέσως γέννησε. Κοιτάζοντας τον άνδρα και το νεογέννητο παιδί της αναστέναξε και κλαίγοντας είπε:
-Κύριε ο Θεός, εσύ που τον Αδάμ έπλασες και την Εύα έδωσες σε αυτόν για να τον βοηθάει. Και είπες ότι κανείς πρέπει να αφήνει τον πατέρα και την μητέρα του και να αφιερώνεται στον σύζυγό του.
Γιατί πλέον είναι σαν δύο άνθρωποι να έχουν ένα σώμα. Δέξου και την δικιά μου ψυχή. Κάνε, όπως και ο άνδρας μου, έτσι και εγώ, με τέτοιον τρόπο, να τελειώσω την ζωή μου.
Και τούτο το βρέφος βοήθησέ να σωθεί. Κι κάνε η Θεία σου Χάρη να το συνοδεύει σε όλη του την ζωή
.
Και αφού αγκάλιασε σφιχτά τον άνδρα της, όπως και εκείνος έτσι και αυτή, με τον ίδιο τρόπο ξεψύχησε.
Το νεογέννητο βρισκόταν τώρα ξαπλωμένο ανάμεσα στα άψυχα κορμιά των γονιών του.

Η υιοθεσία του Αγίου
Εκείνο το βράδυ, Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται σε κάποια γυναίκα Ματρώνα, πολύ πλούσια και πολύ ισχυρή, που ονομαζόταν Αμμά, η οποία ήταν θεοφοβούμενη και έδειχνε μεγάλη θρησκευτική ευλάβεια. Και της λέει:
-Πήγαινε αμέσως και ζήτησε από τον ηγεμόνα να σου παραδώσει τα σώματα των Χριστιανών εκείνων που μόλις τώρα στην φυλακή του ξεψύχησαν. Ανάμεσα σε αυτά θα βρεις ένα βρέφος. Πάρε το και ανάθρεψέ το σαν δικό σου παιδί. Τον γονέων του τα λείψανα φρόντισε καλά να ταφούν. Κήδευσέ τους σε τόπο όμορφο, με σεβασμό και ευπρέπεια, όπως ακριβώς αρμόζει σε μάρτυρες.
Αφού είπε αυτά ο Άγγελος, ευθύς εξαφανίστηκε. Η Αμμά τρομαγμένη κάλεσε κοντά της τον πιο πιστό της δούλο, στον οποίο είπε για το όραμα του Αγγέλου που είχε δει. Και του διηγήθηκε με λεπτομέρεια τα Θεία λόγια.
Η Αμμία ήταν χήρα γυναίκα η οποία δεν είχε αποκτήσει δικό της παιδί.
Έστειλε τον ευνούχο δούλο της λοιπόν στον ηγεμόνα για να του ζητήσει τα σώματα των μαρτύρων, έτσι όπως ακριβώς της είχε πει ο Άγγελος Κυρίου να κάνει.
Φτάνοντας στον μπροστά στον ηγεμόνα ο ευνούχος είπε:
-Η Ματρώνα Αμμία με έστειλε σε σένα και μου είπε να σου πω πως κάτι ζητάει από σένα: Σε παρακαλεί να μου δώσεις εκείνους που σαν Χριστιανούς φυλάκισες. Αυτών τα σώματα να διατάξεις να πάρω, μια και αυτοί στην φυλακή ξεψύχησαν.
Μόλις ο ηγεμόνας επιβεβαίωσε ότι πράγματι εκείνοι είχαν πεθάνει διέταξε να παραδώσουν στην Αμμία τα σώματά τους. Η Αμμία τότε πήγε στην φυλακή. Τον Θεόδοτο και την Ρουφίνα δε, φρόντισε να ταφούν με κάθε πολυτέλεια σε κάποιο από τα πιο αριστοκρατικά προάστια στις πόλης που ονομάζεται Παράδεισος.
Το παιδί αφού το πήρε, το παρέδωσε σε κάποια τροφό για να το θηλάσει, μέχρι να γίνει ενός έτους. Όταν πέρασε ένας χρόνος, την γυναίκα αυτή, αφού πλούσια την αποζημίωσε, την απέλυσε.
Η Αμμία παίρνοντας το παιδί από την θηλάστρια τροφό, το έσφιξε στην αγκαλιά της και το φίλησε. Και το παιδί κοιτάζοντάς την, άνοιξε το στόμα του και είπε: Αμμά! Που θα πει Μητέρα!

Η βάφτιση και τα παιδικά χρόνια του Αγίου
Η Ματρώνα Αμμία παρέθεσε πλούσιο γεύμα, στο οποίο προσκάλεσε τους επιφανέστερους ανθρώπους στις πόλης. Είχε πολλή μεγάλη χαρά εξαιτίας του μωρού που υπεραγαπούσε. Κάποιος από στις καλεσμένους άρχοντες με το όνομα Αττικός παίρνοντας τον λόγο στο τραπέζι, λέει στην Αμμία:
-Δεν το πιστεύω Ματρώνα αυτό που λες ότι το παιδί αυτό είναι μόνο στις έτους. Κοιτάζοντάς το θα έλεγα πως μοιάζει να είναι τουλάχιστον τεσσάρων!
Απάντησε σε αυτόν τότε η Αμμία συμπληρώνοντάς τον:
-Θα σου πω τώρα κάτι Αττικέ που κι αυτό περισσότερο θαυμαστό θα σου φανεί. Μόλις το σήκωσα στην αγκαλιά μου παίρνοντάς το από την τροφό η οποία το θήλαζε, μου μίλησε και με αποκάλεσε Αμμά!
Τότε όλοι οι παραβρισκόμενοι προσκεκλημένοι στο γεύμα με μια φωνή ζήτησαν να ονομαστεί το παιδί Μάμας.
Μόλις το παιδί έγινε πέντε ετών επεδείκνυε ώριμη σκέψη για την ηλικία του και σοφία μεγάλη. Η Αμμία τότε το παρέδωσε σε κάποιον πολύ μορφωμένο Δάσκαλο για να φροντίσει την εκπαίδευσή του. Ανάθεσε δε και σε κάποιον δούλο της να είναι μαζί με το παιδί συνεχώς, έτσι ώστε να το φροντίζει και να το προσέχει. Το όνομα αυτού του ακολούθου ήταν Κλημέντιος και ήταν ευνούχος.
Το παιδί παραμένοντας στο σχολείο, ήδη από στις πρώτους έξι μήνες είχε ξεχωρίσει από στις συμμαθητές του στην σύνεση και στο φρόνημα της σκέψης του. Ακόμα και ο δάσκαλός του θαύμαζε πολύ την σοφία του.
Ο ακόλουθός του ο οποίος το φρόντιζε, ο Κλημέντιος, "την πολιτεία του", δηλαδή τον τρόπο στις ζωής του και την συμπεριφορά του κατέγραφε. Την πρόοδο του, που με την βοήθεια του θεού ήταν μεγάλη, εκείνος θαύμαζε.
Όλοι γνώριζαν την Ματρώνα, την θετή του μητέρα η οποία ήταν πολύ πλούσια και κατείχε σημαντική θέση στην ανώτατη διοίκηση στις Επαρχίας.
Όταν ο Μάμμας ήταν έξι ετών πέθανε η Ματρώνα Αμμία. Η περιουσία της όλη, τότε πέρασε σε εκείνον.


Η εντολή του Αυτοκράτορα
Εκείνη την εποχή Καίσαρας στην Ρώμη ήταν ο Αυριλλιανός. Εκείνος έστειλε σε όλες τις επαρχίες της Αυτοκρατορίας νέους διοικητές λέγοντάς τους:
- Πέρασαν κιόλας έξι χρόνια από τότε που ψήφισα νόμο σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι πολίτες σε κάθε πόλη να προσκληθούν στους ναούς και να λατρεύσουν δημόσια τους μεγάλους θεούς της Αυτοκρατορίας. Ουδέποτε όμως αυτός ο νόμος ολοκληρωτικά εφαρμόστηκε.
Γι αυτό στις δίνω αυτήν την εξουσία: Να αναγκάζετε όλους να θυσιάσουν στους θεούς. Αυτούς δε που απειθούν να τους τιμωρείτε.
Την ημέρα δε που είναι αφιερωμένη στον Δία, όλα τα παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία δώστε εντολή να οδηγούνται στους ναούς και εκεί να προσφέρουν θυσίες. Γιατί τα μικρά παιδιά που είναι άκακα και απονήρευτα εύκολα μπορούμε να τα κάνουμε να πιστέψουν στους θεούς μας και έτσι σε εμάς να δείχνουν την υπακοή τους.
Έτσι, όταν προσηλυτίζεται ο λαός στην δικιά μας λατρεία, εξευμενίζεται ο θυμός και η αντίδρασή του απέναντι μας
.
Αυτά λέγοντας ο Αυριλλιανός έστειλε σε όλη την επικράτεια του κράτους του τους Διοικητές του, δίνοντάς τους εξουσία μεγάλη ζωής και θανάτου, προκειμένου να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους.
Μόλις ήρθε στην Καισαρεία ο εντεταλμένος διοικητής του Καίσαρα ο οποίος ονομαζόταν Δημόκριτος, διέταξε τους πάντες να προσφέρουν θυσίες, εξαναγκάζοντάς τους με χρήση βίας και απειλή βασανιστηρίων.
Την ημέρα δε που ήταν αφιερωμένη στον Δία, διέταξε τους δασκάλους, να πάρουν τους μαθητές τους και να πάνε στους ναούς, για να προσφέρουν θυσίες.

Η ανυπακοή του μικρού Μάμα
Εκείνη την ημέρα ο Μάμας βρισκόταν στο σχολείο του και παρακολουθούσε το μάθημά που του παρέδιδε ο δάσκαλός του. Όταν είδε τους συμμαθητές του να πηγαίνουν στο ναό συνοδευόμενοι από τους δασκάλους, τους μάλωσε λέγοντάς τους:
-Μπορείτε να μου πείτε για ποιο λόγο πηγαίνετε στο Ναό; Οι γονείς μας, μας έστειλαν στο σχολείο για να διδαχτούμε από τους δασκάλους μας την Γνώση. Να μάθουμε γράμματα κι έτσι να αποκτήσουμε ορθή κρίση, φρονιμάδα και σύνεση.
Έτσι θα αναγνωρίσουμε τον δημιουργό των πάντων τον μεγαλοδύναμο Θεό. Μην επιτρέπετε λοιπόν να σας ξεγελούνε και να σας βάζουν να λατρεύετε ψεύτικα είδωλα που βλέπετε πως με χρυσό και ασήμι είναι διακοσμημένα για να σας εντυπωσιάσουν. Γιατί αυτά είναι χωρίς αξία και χωρίς περιεχόμενο.

Με απαράμιλλο θάρρος και ειλικρίνεια εξέφραζε την γνώμη του, λέγοντας τέτοια λόγια, ώστε κανείς δεν τολμούσε να τον αντικρούσει. Ο Μάμμας έτσι γινόταν πολύ αγαπητός από τους συμμαθητές του. Πολλά παιδιά δε, επιδίωκαν να κάνουν παρέα μαζί του, επιθυμώντας να τον μιμηθούν σε ότι κάνει και προσπαθώντας να αποκτήσουν κι αυτά την ίδια με εκείνον συμπεριφορά. Έτσι έκαναν ότι και ο Μάμας, πίστευαν στον Χριστό και δεν λάτρευαν τα είδωλα του Ρωμαϊκού κράτους.
Όλοι οι δάσκαλοι και οι μαθητές της πόλης υπάκουσαν στην διαταγή του διοικητή και του Καίσαρα. Μόνο η τάξη στην οποία είναι δάσκαλος ο Άριστος δεν υπάκουσε στις διαταγές. Τότε ο διοικητής Δημόκριτος διέταξε να του φέρουν, τον Άριστο. Μόλις εκείνος ήρθε του είπε ο Δημόκριτος:
-Γιατί παρακούς στην θεϊκή διαταγή; Γιατί δεν πηγαίνεις στο ναό τους μαθητές σου για να θυσιάσουν στις θεούς; Απάντησε ο Άριστος και είπε:
- Όσον αφορά εμένα, στις διαταγές του Καίσαρα είμαι υπάκουος. Αλλά είναι κάποιος μαθητής δικός μου που ονομάζεται Μάμας. Αυτός δεν συμμορφώνεται, προβάλλει συνεχώς αντιρρήσεις και επηρεάζει όλα τα παιδιά. Έτσι ούτε στους ναούς πηγαίνουν εκείνα, ούτε σε μένα πειθαρχούνε.

Ο Μάμας μπροστά στον Διοικητή
Τότε διατάζει ο τύραννος να του φέρουν τον Μάμα. Μόλις τον έφεραν μπροστά του, του λέει ο Δημόκριτος:
-Εσύ είσαι ο Μάμας που εμποδίζει να γίνονται θυσίες στις θεούς;
Και αποκρίνεται εκείνος: -Εγώ είμαι ο δούλος το Θεού Μάμας.
Ο τύραννος είπε: -Μικρός είσαι σε ηλικία και χρειάζεσαι παραίνεση. Γι αυτό σε συμβουλεύω να πιστέψεις στις θεούς και να πείσεις και στις συμμαθητές σου να κάνουν το ίδιο. Για να μην σου καταστρέψω την ζωή.
Ο Μάμας τότε είπε: -Ακόμα κι αν είμαι παιδί όπως λες το πραγματικό συμφέρον μου το γνωρίζω. Μάθε λοιπόν ότι ούτε εγώ, ούτε και οι συμμαθητές μου θα θυσιάσουμε.
Ο τύραννος είπε: -Πάρτε το παιδί αυτό και με την βία οδηγήστε το στον ναό του θεού Σεραπίωνα για να θυσιάσει. Πάρτε και τα παιδιά που είναι μαζί του. Γιατί όταν θα δουν αυτόν να θυσιάζει τότε θα κάνουν κι αυτά το ίδιο.
Τότε ο Μάμας είπε:
-Τίτλους ευγενείας κατέχω και δεν είμαι κάποιος τυχαίος. Και την εξουσία σου εγώ δεν την φοβάμαι.
Ο τύραννος ρώτησε: -Τι είναι αυτά που λες;
Τότε κάποιος Αξιωματικός που ονομαζόταν Τιβεριανός είπε:
-Η Αμμία η Πατρώνα μεγάλωσε αυτό το παιδί σαν δικό της. Γι αυτό δεν έχεις την αρμοδιότητα να τον τιμωρήσεις. Ούτε να τον αναγκάσεις με την βία να κάνει κάτι που δεν θέλει.
Τότε ο Δημόκριτος είπε: -Πίστεψέ με Μάμα, λυπάμαι πολύ όταν βλέπω πόσο μικρός είσαι στην ηλικία! Και θαυμάζω το πόσο λογικά και συνετά σκέφτεσαι. Πόσο φρόνιμος είσαι. Όταν εσύ αποφασίσεις να θυσιάσεις , όλοι θα θελήσουν να σε μιμηθούν. Θα σε θαυμάσουν, θα τραβήξεις την προσοχή τους και θα τους γοητεύσεις. Τότε θα μιλήσω ακόμα και στον ίδιο τον Αυτοκράτορα για σένα, και έτσι θα αποκτήσεις τιμές και πρόοδο μεγάλη!
Αν δεν θελήσεις όμως να υποταχθείς στην πολιτική εξουσία του Καίσαρα αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σε στείλω στον ίδιο για να σε δικάσει. Και να είσαι σίγουρος βέβαια πως δεν θα σε λυπηθεί καθόλου
.
Ο Μάμας είπε: -Τα τελευταία σου λόγια δεν θα αντιστρέψουν τη λογική μου σκέψη, βρωμερέ και μιαρέ τύραννε. Αμαρτωλέ και ανήθικε. Ούτε και τον βασιλιά σου θα φοβηθώ γιατί έχω εγώ Κύριο και Βασιλιά μου τον Ιησού Χριστό.
Ο τύραννος εξοργισμένος είπε: -Επειδή αμφισβητείς την εξουσία του Καίσαρα, σήμερα κιόλας θα σε στείλω σε αυτόν.
Και αφού τον αλυσόδεσε τον έστειλε συνοδεία στρατιωτών στον Καίσαρα Αυριλλιανό. Έγραψε και μία αναφορά ο Δημόκριτος στον Αυτοκράτορα Αυριλλιανό που έλεγε: «Τον ασεβή και βέβηλο Μάμα απο την πόλη της Καισαρείας , που κανένα σεβασμό δεν δείχνει στο δόγμα της δικιάς μας λατρείας, που το Κράτος σας προσβάλλει με τέτοιον τρόπο, σας παραδίδω. Ο νεαρός αυτός όχι μόνο απειθαρχεί ο ίδιος, μα ωθεί και τους συνομήλικους στο να μην υπακούν και να θυσιάζουν στους θεούς μας. Τούτον τον απείθαρχο που δεν συμμορφώνεται στην εξουσία σας, τον παραδίδω στην θεϊκή σας ύπαρξη. Δικός σας Θεέ μου.»


Ο Μάμας στον Αυτοκράτορα και το πρώτο Μαρτύριο
Έστειλε λοιπόν τον Μάμα στις Αιγές, την παραθαλάσσια εκείνη πόλη που βρισκόταν τότε ο στρατός και ο στόλος του Αυτοκράτορα. Μαζί με τον στρατό του βρισκόταν και ο ίδιος ο Καίσαρας εκεί. Μόλις του παρέδωσαν την αναφορά και εκείνος την διάβασε διέταξε να ρίξουν τον Μάμα στην φυλακή. Την επόμενη μέρα πρόσταξε να τον φέρουν μπροστά του. Μόλις τον έφεραν του λέει ο Αυριλλιανός: -Πες μου πως ονομάζεσαι.
- Μάμας, απαντάει εκείνος, και είμαι Χριστιανός στην πίστη και δούλος του Θεού.
-Όπως ακριβώς σε περιγράφει η αναφορά είσαι: ασεβής και βλάσφημος. Θα σε τιμωρήσω χωρίς να σε δικάσω. Επειδή όμως είναι τέτοια η μέρα, κάνε αυτό που σου λέω κι αυτό που μόλις είπα θα ξανασκεφτώ. Ας πάμε λοιπόν μαζί, στον ναό του Σεραπίωνα να προσφέρουμε θυσίες. Μόλις το κάνεις θα απολαύσεις τις μεγάλες τιμές που θα σου προσφέρω. Γιατί λυπάμαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου.
Ο Μάμας είπε : -Μάθε αυτό βασιλιά. Χριστιανός είμαι και μόνο τον θεό μου σέβομαι και φοβούμαι. Γι αυτό μην με πιέζεις.
Τότε ο Αυτοκράτορας, πολύ θυμωμένος, διέταξε στις δήμιους του να γδύσουν και να μαστιγώσουν τον νέο.
Όταν εκείνοι τον είχαν χτυπήσει πάρα πολύ, του λέει ο Αυριλλιανός:
- Τι λες τώρα Μάμα; Πείσθηκες να θυσιάσεις και έτσι να απολαύσεις τις δωρεές και τις τιμές που θα σου προσφέρω;
Ο Μάμας τότε είπε: -Τα άφθαρτα με τα φθαρτά δεν ανταλλάσσω.
Λέει τότε ο Αυριλλιανός: -Ομολόγησε ότι θα θυσιάσεις , και με αυτή σου την υπόσχεση μόνο, ότι θα το πράξεις, θα γλιτώσεις την ζωή σου.
Λέει τότε ο Άγιος: -Εγώ εκείνη την ζωή επιθυμώ, αυτή που δεν έχει τέλος. Γιατί τούτη εδώ είναι προσωρινή και παρέρχεται.
Μόλις είπε αυτό ο Αυριλλιανός διέταξε να τον κρεμάσουν και αναμμένους πυρσούς να πλησιάσουν στο σώμα του και να το κάψουν. Αλλά όταν το έκαναν αυτό η φωτιά δεν τον έκαιγε.
Είπε τότε ο Αυριλλιανός σ’ αυτόν: -Λυπήσου τα νιάτα σου και πρόσφερε θυσίες.
Ο Μάμας είπε: -Δεν θα εγκαταλείψω τον θεό μου θυσιάζοντας σε είδωλα. Τα οποία δεν έχουν καμιά αξία μια και από ανθρώπους είναι κατασκευασμένα.
Τότε πρόσταξε ο Αυριλλιανός να πετάξουν πέτρες στον μάρτυρα. Ο Μάμας έχοντας βαθιά μέσα του στερεωμένη την πίστη, προσευχόταν στον θεό λέγοντας:
-Κύριε ο Θεός μου δώσε μου δύναμη και αντοχή να κρατήσω το φρόνημά μου μέχρι τέλους.
Λέει τότε ο Αυριλλιανός: -Θα διατάξω στην θάλασσα να σε ρίξουν αν δεν θυσιάσεις. Ο Μάμας είπε:
-Απαίσιε, ανίερε τύραννε, που δεν έχεις ούτε ιερό ούτε όσιο. Δεν σου αξίζει να κατέχεις καμία τιμή και καμία εξουσία. Μην με πιέζεις άλλο στους δικούς σου δαίμονες να θυσιάσω και να εγκαταλείψω τον μόνο θεό που υπάρχει. Τον αληθινό θεό.

Η θαυμαστή σωτηρία του Μάμα και η ζωή του στο βουνό
Οργισμένος τότε ο Αυριλλιανός διέταξε να δέσουν στον λαιμό του μολύβδινο βάρος και να τον ρίξουν στην θάλασσα. Όταν όμως οι στρατιώτες τον έβαζαν στο σκάφος , Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε σ’ αυτούς ξαφνικά, προκαλώντας τους μεγάλο φόβο. Τρομοκρατημένοι εκείνοι επέστρεψαν στην ξηρά. Ο Άγγελος συνέχιζε να εμφανίζεται στα μάτια τους μέχρι που υποχώρησαν και έφυγαν μακρυά, αφήνοντας μόνο του τον Μάμα.
Ο Άγγελος που στήριξε τον Άγιο του λέει: «-Πήγαινε στο βουνό στις Καισαρείας , σ’ αυτό το βουνό θα στεφανωθείς από τον Θεό».
Αμέσως μετά ο άγγελος εξαφανίστηκε. Οι στρατιώτες πηγαίνοντας στον Αυριλλιανό τον αυτοκράτορά τους του είπαν:
-Καινούριο θαύμα έγινε, κάποιος άνδρας επιβλητικός και θεόρατος στάθηκε εμπόδιο στην εκτέλεση, και το παιδί που μας διάταξες να ρίξουμε στην θάλασσα, δεν μας άφησε να το ρίξουμε στο νερό. Φαινόταν τόσο δυνατός που ακόμα και όλος σου ο στρατός να ήταν εκεί, όση προσπάθεια κι αν έκανε, δεν θα μπορούσε να τον νικήσει.
Ο Άγιος Μάμας λοιπόν, ακολουθώντας την εντολή του Κυρίου έφτασε στο βουνό Σιλωάμ. Εκεί στο βουνό με τα άγρια θηρία πέρασε σαράντα μέρες νηστικός.
Προσευχόμενος λοιπόν, παρακάλεσε τον θεό να τον βοηθήσει λέγοντας:
-Κύριε ο θεός εσύ που έστειλες φαγητό στον προφήτη Ηλία με το αγριοπούλι, και στον Δανιήλ που βρισκόταν στον λάκκο των λεόντων, και στον προφήτη Αββακούμ. Στείλε και σε μένα τροφή γιατί θα πεθάνω από την πείνα.
Αμέσως τότε εμφανίστηκε σ’ αυτόν Άγγελος Κυρίου που είχε την μορφή βοσκού και του είπε:
-Τι ζητάς Μάμα; Ο Μάμας τότε του απάντησε και του είπε: -Πεινώ και ζητώ λίγο φαγητό. Του είπε τότε ο Άγγελος:
-Πήγαινε σε κείνο το σπήλαιο και θα βρεις εκεί μια μάντρα χτισμένη από πέτρα. Εκεί υπάρχουν άγρια ελάφια. Αυτά άρμεξε και με το γάλα στις κάνε τυρί. Αυτά θα τρως και θα κρατηθείς στην ζωή.
Αυτά αφού είπε ο Άγγελος έφυγε. Έτσι λοιπόν έκανε ο Μάμας. Στις ακριβώς του πρόσταξε να κάνει ο Άγγελος Κυρίου.
Τότε είδε ραβδί να κατεβαίνει από τον ουρανό. Και ακούει φωνή να του λέει: «Δέξου την ράβδο αυτήν που κατεβαίνει από τον Κύριο προς εσένα. Μ’ αυτήν, τα άγρια θηρία θα ημερώσεις. Γιατί καθόλου λιγότερη δύναμη δεν έχει από την ράβδο που ο Μωυσής είχε στην Αίγυπτο. Μέσω αυτής μπορείς να έχεις ότι χρειαστείς».
Ο Άγιος λοιπόν αφού πήρε την ράβδο, σήκωσε τα μάτια και κοιτάζοντας τον ουρανό χτύπησε τη γη. Με θαυμασό τρόπο εμφανίστηκε τότε ένα Ευαγγέλιο, ο Άγιος το σήκωσε και προσκυνώντας το, είπε:
-Κύριε σε ποιους μου ζητάς να διαβάζω αυτό που μου δώρισες;
Απάντησε τότε ο Κύριος: «Κτίσμα χτίσε και φτιάξε μέσα σ’ αυτό θυσιαστήριο και τότε θα καταλάβεις
Μόλις ειπώθηκαν αυτά ο Μάμας πήγε κι έφτιαξε ότι του ζήτησε ο Κύριος και Θεός του. Και στο μέσω του θυσιαστηρίου διάβαζε τα μυστήρια του θεού. Τότε συγκεντρώθηκαν γύρω του όλα τα άγρια ζώα. Ακούγοντας την φωνή του Αγίου γονάτιζαν και στρέφοντας πάνω το κεφάλι τους ατένιζαν τον ουρανό. Μόλις τελείωνε το μυστήριο σηκώνονταν και έφευγαν. Τα θηλυκά ελάφια παρέμεναν έξω και περίμεναν τον Άγιο να βγει. Τότε με τα χέρια του ο Άγιος άρμεγε τα άγρια ζώα. Και πήζοντας το γάλα τους έφτιαχνε τυρί.

Η δίωξη του Δικαίου
Τότε ρώτησε ο Άγιος τον θεό: -Κύριε τι να κάνω το τυρί που εσύ φρόντισες να φτιάχνω;
Και απάντησε ο Θεός: «Κατέβα στην είσοδο της πόλης, εκεί θα συναντήσεις φτωχούς ανθρώπους, χήρες και ορφανά, σε αυτούς να το δώσεις
Αυτά τα παράξενα πράγματα βλέποντας κάποιοι ασεβείς που τίποτα καλό και άξιο δεν σέβονται, βέβηλοι και ανόσιοι υπάνθρωποι, πήγαν στον Αλέξανδρο τον ηγεμόνα. Εκείνος είχε σταλθεί εκεί από τον αυτοκράτορα Αυριλλιανό. Σ’ αυτόν διηγήθηκαν αυτά που διαδραματίζονταν στην Καππαδοκία και κατηγόρησαν τον Μάμα ότι είναι μάγος που μαγεύει τα άγρια ζώα.
Ακούγοντας αυτά ο ηγεμόνας αμέσως έστειλε καβαλάρηδες στο βουνό στο οποίο κατοικούσε ο Άγιος. Ο Μάμας βλέποντάς τους από μακριά να έρχονται προχώρησε προς το μέρος τους για να τους υποδεχθεί.
Μόλις συναντήθηκαν, οι καβαλάρηδες τον ρώτησαν να τους πει που κατοικεί ο νεαρός αυτός που τον λένε Μάμα, ή που εκείνος βόσκει τα πρόβατά του. Εκείνος τους ρώτησε : -Πείτε μου τι τον θέλετε και εγώ θα τον ειδοποιήσω.
Οι άνδρες τότε είπαν: -Κάποιοι τον κατηγόρησαν στον ηγεμόνα και τώρα εκείνος θέλει να τον συλλάβουμε, γιατί θεωρεί ότι είναι μάγος και μαγεύει τα άγρια ζώα.
Απάντησε τότε ο Άγιος Μάμας και τους είπε: -Ας πάμε πρώτα στο σπίτι μου να φάμε ένα κομμάτι ψωμί. Μετά βλέπουμε.
Αφού μπήκαν λοιπόν στο σπίτι του τους πρόσφερε ψωμί και τυρί. Έτρωγαν ακόμα όταν έφθασε η ώρα που τα άγρια ζώα άρχιζαν να συγκεντρώνονται. Ο Μάμας τότε στάθηκε μπροστά στο θυσιαστήριο. Άρχιζε να διαβάζει δυνατά το Ευαγγέλιο του θεού. Αυτό που του δόθηκε μέσω στις ράβδου.
Οι άντρες βλέποντας τα ζώα φοβήθηκαν πολύ. Τρομαγμένοι έτρεξαν δίπλα του στο θυσιαστήριο. Ο Μάμας βλέποντας την δειλία και την ταραχή τους, τους καθησύχασε λέγοντας:
-Μην φοβάστε, εγώ είμαι αυτός που ονομάζεται Μάμας, ο δούλος του Θεού. Αυτοί τότε του είπαν: -Άνθρωπε του θεού, πες μας ποιος είναι ο Θεός σου. Γιατί έτσι που υποτάσσεις τα άγρια ζώα, αν μας Τον γνωρίσεις, τότε και εμείς θα πιστέψουμε σ’ Αυτόν.
Σ' αυτούς τότε απάντησε ο Μάμας και είπε: -Εγώ Εκείνον τον Θεό λατρεύω τον Ένα που έφτιαξε τον Ουρανό και την Γη και όλα τα υπαρκτά πράγματα.
Αυτοί τότε είπαν σε ‘κείνον: -Αν θέλεις να έρθεις στον ηγεμόνα έλα. Εμείς πάντως τώρα φεύγουμε.
Τότε απάντησε σε εκείνους: -Πηγαίνετε τώρα. Θα κάνω εγώ ότι με φωτίσει το Άγιο Πνεύμα.
Τότε εκείνοι με φόβο και σεβασμό έφυγαν από εκεί.
Είπε τότε το Άγιο Πνεύμα στον Μάμα: «Λιοντάρι θα κληθεί να έρθει. Εκείνο θα καταστρέψει των Ελλήνων και Ιουδαίων Εθνικών το γένος».
Ο Μάμας είπε: -Κύριε ο θεός των προγόνων μου προστάτεψε τον αμαρτωλό δούλο σου. Μην με αποδοκιμάσεις και με απορρίψεις , ούτε να φύγεις από κοντά μου. Γιατί είμαι έτοιμος να πάθω πολλά για σένα και το όνομά σου.
Σ’ αυτήν την προσευχή του Αγίου ήρθε από την ερημιά ένα λιοντάρι και μόλις ο Μάμας στρέφοντας το κεφάλι του το είδε, είπε: -Κοίτα, να, εγώ ξεκινώ να πάω στο όνομα του Κυρίου. Πήγαινε και συ και κάνε ότι σε φωτήσει το Άγιο πνεύμα. Όταν θα μπεις στην αρένα κάνε μόνο αυτό που πρέπει.


Η δίκη του Αγίου
Και αφού είπε αυτά ο Μάμας, ξεκίνησε για την Καισαρεία την πόλη εκείνη που βρίσκεται στην Καππαδοκία. Εν τω μεταξύ εκείνοι που είχαν σταλεί να συλλάβουν τον Μάμα, περίμεναν καθισμένοι στην είσοδο της πόλης. Μόλις τον είδαν να έρχεται ενθουσιάστηκαν. Έπεσαν στα πόδια του και του είπαν:
-Καλώς όρισες δούλε του θεού.
Αμέσως τρέχοντας πήγαν στον ηγεμόνα αναγγέλοντας την άφιξη του Μάμα. Του είπαν επίσης πως τον είχε παρεξηγήσει, πως οι κατήγοροι του λένε ψέματα και κακίες που δεν ισχύουν. Πως είναι τάχατε δηλαδή υπνωτιστής και πως με μαγική τέχνη επηρεάζει των άλλων την βούληση. Καθώς και μάγος που με βότανα και τεχνάσματα επικαλείται σκοτεινές δυνάμεις για να κάνει κακό, ή πλάνος που με έντονη έλξη παραπλανεί και παρασύρει. Τίποτα δεν είναι από όλα αυτά που είναι πραγματικά παράνομα. Τέλειωσαν την αναφορά τους λέγοντας: Ο Μάμας είναι άνθρωπος το Θεού και κήρυκας στις Αλήθειας.
Ο ηγεμόνας είπε τότε σ’ αυτούς: -Πείτε μου για πόσα χρήματα ξεπουληθήκατε και γίνατε μάρτυρες υπεράσπισης εκείνου; πείτε μου έναντι ποίου τιμήματος του προσφέρεται αυτούς τους επαίνους; Μακάρι κανείς να ήξερε!
-Δεν εξαγοραστήκαμε αρχηγέ μας για να σου αναφέρουμε αυτά τα καλά λόγια, αλλά την αλήθεια και μόνο την αλήθεια σου μεταφέρουμε.
Τότε ο ηγεμών πάλι λέει σ’ αυτούς: - Σίγουρα χρήματα πήρατε από εκείνον για να τον επαινέσετε σε μένα.
Εκείνοι είπαν: -Κύριε ηγεμόνα, μας παρεξήγησες πιστεύοντας ότι εμείς πήραμε κάτι απ’ αυτόν. Αλλά ακούσαμε αυτόν να επικαλείται τον Χριστό και τα λόγια του αυτά ακούγοντας συγκεντρώθηκε πλήθος ζώων από παντού, ήμερα και άγρια. Και βρισκόταν μαζί στην προσευχή. Αυτά τα παράξενα μόλις είδαμε, καταλάβαμε ότι δεν είναι μάγος. Αλλά αν εσύ δεν το πιστεύεις, να εδώ είναι, ορίστε στο βάθρο σου στέκεται. Ότι θέλεις κάνε τον.
Όσοι Χριστιανοί έμαθαν ότι συνέλαβαν τον αδελφό Μάμα, ήρθαν εκεί όπου βρισκόταν για να τον ενισχύσουν. Ήθελαν πάρα πολύ να του μιλήσουν.
Τότε αφού μπήκε στην αίθουσα ο Άγιος τον ρώτησε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος αν πράγματι είναι ο Μάμας. Απάντησε τότε εκείνος και είπε:
-Εγώ είμαι ο δούλος του θεού Μάμας. Τότε ο ηγεμών είπε: -Πες μας λοιπόν πως μαγεύεις τα άγρια ζώα στο βουνό.
Ο Μάμας είπε: -Εγώ δούλος του Χριστού είμαι του Υιού του Θεού, που βασιλεύει στον Ουρανό και στην Γη. Όσο γι αυτά που μου λες εγώ τίποτα δεν ξέρω.
Ο ηγεμόνας είπε: -Με ποιες μαγικές και σκοτεινές τεχνικές κάνεις τα ζώα να έρχονται σε σένα; Πριν σε βασανιστήρια και τιμωρίες σε στείλω ομολόγησε την αλήθεια.
Ο Μάμας είπε: -Εγώ τον Χριστό τον Σωτήρα του κόσμου επικαλούμαι. Να κάνω μαγικά εγώ δεν έμαθα. Μα να το σώμα μου πάρε το και κάνε το ότι θέλεις. Αλλά την ψυχή μου δεν μπορείς να την διατάξεις γιατί καμιά εξουσία δεν έχεις πάνω της εσύ, παρά μόνο ο Θεός που βρίσκεται στον Ουρανό.
Ο ηγεμόνας είπε: -Παίρνεις θάρρος από στις σκοτεινές δυνάμεις που κατέχεις γι’ αυτό με περιφρονείς. Αλλά θα σε κάνω να ασκείς την μαγική σου τέχνη με πόνο και οδύνη.
Ο Μάμας τότε είπε: -Τους Μάγους και τις μάγισσες, τα μαγικά και τα γιατροσόφια μισεί ο Θεός. Η Ορθή πίστη αυτά τα κατακρίνει. Όταν εγώ Θεό ζωντανό και υπαρκτό επικαλούμαι δεν μαγεύω . Γι’ αυτό μάθε ότι ούτε σε φοβάμαι ούτε οι απειλές σου θα με κάνουν να δειλιάσω και να χάσω την πίστη μου. Γιατί έχω τον Θεό που είναι στον Ουρανό ο οποίος με καθοδηγεί και αυτόν μόνο προσκυνώ, αυτόν μόνο λατρεύω.
Ο ηγεμόνας είπε: -Μην χρησιμοποιείς όμορφα λόγια , αλλά σύντομα ομολόγησε. Τι λοιπόν κάνεις εκεί πάνω στα βουνά;
Απάντησε τότε ο Μάμας και είπε: -Γιατί ενδιαφέρεσαι να μάθεις;
Αλέξανδρος ο ηγεμόνας είπε: -Παραδέξου την εξουσία του Καίσαρα, και εγώ αμέσως θα σε αφήσω.
Ο Μάμας τότε είπε: -Ορκίζομαι μπροστά σου στον Παντοκράτορα Θεό μου και τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή, ότι στους δικούς σου δαίμονες εγώ δεν θυσιάζω.
Και σε ασεβών και παρανόμων ανθρώπων τα ονόματα δεν μπορώ ούτε να ορκιστώ, ούτε να τιμήσω.
Αλέξανδρος ο ηγεμών είπε: -Αρνήσου τον θεό σου, και λάτρευσε τους δικούς μας θεούς κάνοντας θυσία σ’ αυτούς.
Απάντησε τότε ο Μάμας : -Εγώ τον πραγματικό θεό έμαθα να λατρεύω κάνοντας θυσίες αναίμακτες: Ψάλοντας δηλαδή προσευχές και στέλνοντας ύμνους. Δεν πιστεύω λοιπόν, ούτε προσκυνώ θεούς ψεύτικους.
Ο Αλέξανδρος είπε: -Καλό μου παιδί. Πάνω απ’ όλα την νεαρότατη ηλικία σου λυπάμαι και την πολλή ομορφιά σου. Γιατί λογαριάζω να είσαι περίπου δώδεκα χρονών. Και πολλά δάκρυα χύνω για σένα. Γιατί στην φωτιά σκοπεύω να σε ρίξω και εκεί να τελειώσει η ζωή σου. Αρνήσου λοιπόν τον θεό σου. Για να μην τιμωρηθείς.
Ό Μάμας τότε είπε: - Για τον δικό σου χαμό να λυπάσαι και της δικής σου ψυχής την απώλεια. Για την δικιά σου ηλικία να μην κλαις. Γιατί ο Θεός μου θα φροντίσει για μένα.
Ο Αλέξανδρος ο ηγεμών είπε: -Μέχρι πότε θα φιλονικείς και θα αυθαδιάζεις επιμένοντας να σε τιμωρήσω; Αρνήσου επιτέλους τον θεό σου!
Ο Μάμας απάντησε: -Δεν θα αρνηθώ εγώ τον θεό, που τόσα θαυμαστά και μεγάλα έργα έχει κάνει. Γι’ αυτό λοιπόν ότι είναι να κάνεις κάνε.
Εξοργισμένος τότε πολύ ο ηγεμόνας διάταξε να τον κρεμάσουν και να ξεσκίσουν τις σάρκες του. Όταν τον ξέσκιζαν, εκείνος σήκωσε το κεφάλι ψηλά ατενίζοντας τον Ουρανό και καμιά φωνή πόνου, κανένα αναστεναγμό δεν έβγαλε από το στόμα του.
Ο ηγεμόνας ρώτησε τότε: -Δεν σε πτοούν λοιπόν τα βασανιστήρια;
Κι ο Μάμας απάντησε: -Ευχαριστώ τον θεό μου που μου δίνει δύναμη να υπομένω τα πονηρά επινοήματά σου. Γιατί εσύ εκεί που κάθεσαι δεν παύεις να νιώθεις ταραχή. Μα εμένα εδώ η ψυχή μου είναι γαλήνια.
Θύμωσε πολύ ο ηγεμών και διέταξε άγρια σκυλιά να κατασπαράξουν τα σωθικά του και τους δήμιους του, πιο άγρια να τον ξεσκίζουν.
Ο Μάμας κοίταξε τον ουρανό και αναστενάζοντας είπε: -Κύριε βοήθησέ με.
Και αμέσως φωνή ακούστηκε από τον ουρανό που έλεγε: «άνδρεψε Μάμα και δυνάμωσε
Μερικοί από στις αδελφούς χριστιανούς που βρισκόταν στον τόπο του μαρτυρίου, άκουσαν αυτή την φωνή και χάρηκαν πολύ. Από τους υπόλοιπους, κανένας δεν άκουσε τίποτα.
Διάταξε τότε ο ηγεμόνας να τον ξεκρεμάσουν και να τον βάλουν στην φυλακή. Και να ανάψουν καμίνι φωτιάς το οποίο να καίει για τρεις μέρες.

Ο Μάμας στην φυλακή. Το θαύμα στο καμίνι
Ο Μάμας μπαίνοντας μες στην φυλακή συνάντησε σαράντα κρατούμενους. Γονατίζοντας προσευχήθηκε στον θεό λέγοντας:
-Θεέ των πατέρων μου, άκουσε την προσευχή του αμαρτωλού δούλου σου Μάμα. Μην με εγκαταλείψεις ούτε να απομακρυνθείς από μένα.
Τότε όσοι βρισκόταν στην φυλακή τον πλησίασαν και έπεσαν στα πόδια του. Ο Μάμας τότε τους ρώτησε τι επιθυμούν κι εκείνοι απάντησαν ότι πεινούν. Λέγοντας αυτό εκείνοι στον Μάμα, μπήκε από την θυρίδα της φυλακής, περιστέρι που κρατούσε μέλι και γάλα. Το περιστέρι μίλησε και είπε στον Μάμα: «Δέξου αυτό το ξεχωριστό σε αξία δώρο. Γιατί στάλθηκε από τον Δεσπότη σου Ιησού Χριστό
Παίρνοντάς το ο Μάμας άρχισε να τρώει. Έδωσε δε και σε όλους τους φυλακισμένους. Κατά την διάρκεια στις νύχτας εκείνης, γκρεμίστηκε ο τοίχος στις φυλακής και βγήκαν όλοι οι κρατούμενοι. Ο Μάμας όμως παρέμεινε στην φυλακή.
Μόλις ο ηγεμών άκουσε τι συνέβη στην φυλακή του είπε στον δεσμοφύλακα: -Κάλεσε τον Μάμα να έρθει στο βάθρο. Όταν εκείνος ήρθε στο βήμα του είπε ο ηγεμόνας: -Αρνήσου επιτέλους τον θεό σου.
Ο Μάμας είπε: -Θα σου επαναλάβω αυτό που τόσες φορές σου έχω πει. Ότι είμαι Χριστιανός. Και τον Θεό μου δεν μπορώ να τον αρνηθώ.
Ο ηγεμόνας είπε: -Στην φωτιά θα σε ρίξω αν δεν θυσιάσεις.
Ο Μάμας είπε: -Κάνε ότι θέλεις.
Ο ηγεμόνας είπε: -Νομίζεις ότι για πάντα θα σε προστατεύουν τα μαγικά του τεχνάσματα; Και για αυτό αδιαφορείς για την φωτιά; Θυσίασε στις θεούς και αμέσως θα σε απαλλάξω από την τρομερή τιμωρία.
Τότε ο Μάμας είπε: -Σε ποιους θεούς μου ζητάς να θυσιάσω;
Ο ηγεμών είπε: -Στον Θεό Ήλιο, στον Ηρακλή και τον Απόλλωνα.
Ο Μάμας τότε είπε: -Τα λόγια σου την αλήθεια είπαν (:απόλλωνι θύσαι). Γιατί όποιος θυσιάσει στον Απόλλωνα απώλλυναι (χάνει) την ψυχή του.
Αυτά ακούγοντας ο ηγεμόνας διέταξε να τον ρίξουν στο αναμμένο καμίνι. Τον Αλέξανδρο και τον Ζώσιμο, τους υπηρέτες του οι οποίοι είχαν αναλάβει να κρατούν δυνατά αναμμένη την φωτιά στο καμμίνι, φωνάζει ο ηγεμόνας και λέει:
- Πάρτε τον σηκωτό και ρίξτε τον μέσα στο καμίνι για να χαθεί εκεί μέσα στην φωτιά. Γιατί έτσι μόνο θα απαλλαγούμε από την κάκιστη και εριστική γνώμη και συμπεριφορά του.
Εκείνοι λοιπόν τον παρέλαβαν και τον μετέφεραν στο σημείο που βρισκόταν το καμίνι.
Ο Μάμας μόλις είδε το από την μεγάλη θερμότητα πυρακτωμένο καμίνι κοιτάζοντας τον ουρανό είπε:
-Ο Θεός των πατέρων ημών εισάκουσόν με του αμαρτωλού και δώσε μου μεγάλη ψυχική δύναμη ώστε να μπορέσω να υπομείνω και αυτό το μαρτύριο χωρίς να δυσανασχετήσω. Και αγνό και αμόλυντο κράτησέ με από την δοκιμασία αυτή στις φωτιάς. Για να σε γνωρίσουν αυτοί εδώ που δεν ξέρουν: ότι Εσύ είσαι ο μοναδικός Θεός.
Και κάνοντας τον σταυρό του μπήκε μέσα στο καμίνι. Και μόλις μπήκε μέσα, αμέσως μαράθηκε η φλόγα και έσβησε. Στέκονταν λοιπόν ο Μάμας όρθιος μέσα στο καμίνι, δόξαζοντας τον Θεό και προσευχόμενος έλεγε αυτά:
-Σε ευχαριστώ Δέσποτα ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού για την δύναμη που μου δίνεις. Ικετεύω σε Κύριε: Με τον ίδιον τρόπο που επισκέφτηκες τους τρεις παίδες στο καμίνι και έστειλες τον Άγγελό σου για να τους γλιτώσει από τη φωτιά, έτσι και μένα τον αμαρτωλό γλίτωσε από αυτή την κακότεχνη πλάνη του διαβόλου.
Αυτά έλεγε στην προσευχή του ο Άγιος κι αμέσως περιστέρι από τον ουρανό κατέβηκε στο καμίνι και την θερμότητα διαχώρισε της φωτιάς, η οποία σαν καμάρα τον σκέπαζε και δεν τον άγγιζε καθόλου. Μετά από πέντε μέρες έδωσε εντολή ο Ηγεμόνας να ανοίξουν το καμίνι για να βγάλουν τα οστά του Αγίου .
Πλησιάζοντας λοιπόν οι στρατιώτες άκουσαν εκείνον να προσεύχεται μέσα στο καμίνι. Έμειναν έκθαμβοι. Έφυγαν και ανάφεραν στον ηγεμόνα αυτά:
-Κύριε ηγεμόνα αρχηγέ και κυβερνήτη μας, αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι μάγος. Αλλά ο θεός του είναι πραγματικά μεγάλος και τον βοηθάει. Ακόμα και από την φωτιά της καμίνου τον γλίτωσε.
Ο ηγεμόνας εντυπωσιάστηκε από την δύναμη αυτού, αλλά είπε:
-Οι σκοτεινές μαγικές δυνάμεις του είναι που ενεργούν, γι' αυτό δεν τον έκαψε η πυρά. Πηγαίνετε λοιπόν τώρα αμέσως να τον βγάλετε από το καμίνι και να τον φέρετε σε μένα.
Οι στρατιώτες έφυγαν και ανοίγοντας το καμίνι είδαν στρατιές αγγέλων να στέκονται πάνω από τον Άγιο δείχνοντάς του έτσι τον θαυμασμό και την εκτίμηση τους. Ο Μάμας βρισκόταν εν μέσω των αγγέλων και δόξαζε τον θεό.
Φώναξαν δυνατά τότε οι στρατιώτες στον Μάμα και του είπαν:
-Βγες Μάμα, σε καλεί ο κυβερνήτης. Μόλις ο Μάμας βγήκε από το καμίνι οι Άγγελοι αποχώρησαν. Οι στρατιώτες τότε παρουσίασαν εκείνον στον ηγεμόνα. Του είπε τότε ο ηγεμόνας: -Τι συνέβη Μάμα; Πως και με τι μαγείες κατάφερες και γλίτωσες από την φωτιά; Ακόμα και την φωτιά μάγευσες;
Ο Μάμας έμεινε σιωπηλός και έστεκε εκεί χωρίς να απαντάει σε εκείνον.

Τα άγρια θηρία
Του λέει πάλι ο ηγεμόνας: -Ομολόγησε τι έκανες στα βουνά και δεν θα σε σκοτώσω.
Αν αυτό θέλεις να μάθεις, και γι αυτό ρωτάς, άκουσε το για να το ξέρεις: Κατ’ εντολή του θεού μου και με την προσταγή του Αγίου Πνεύματος συγκεντρώνονταν τα άγρια ζώα και τον θεό δόξαζαν μέσω στις δικιάς μου φωνής.
Ο ηγεμόνας είπε: -Πες μας επιτέλους την αλήθεια, με ποιόν τρόπο εμάγευσες τα άγρια ζώα;
Ο Μάμας απάντησε: -Μάγος δεν είμαι παρά μόνο ευσεβής Χριστιανός.
Ο Αλέξανδρος ο ηγεμόνας είπε: -Μεγάλα ζώα έχω και αν δεν πειστείς να θυσιάσεις αυτά θα στείλω να σε θανατώσουν.
Ο Μάμας είπε: -Κάνε ότι θέλεις.
Ο ηγεμόνας είπε τότε στις αρχικυνηγούς του: -Ετοιμάστε όλα τα άγρια ζώα, απ’ όλα τα είδη που έχουμε. Γιατί θα βάλω με τα θηρία να παλέψει ο Μάμας.
Εκείνοι τότε με γρηγοράδα έκαναν ότι στις διατάχτηκε. Μόλις λοιπόν μπήκε ο Μάμας στην αρένα του σταδίου, έλυσαν μια τρομερή αρκούδα. Η αρκούδα βγαίνοντας στην αρένα άρχισε να τρέχει προς τον Μάμα, μα μόλις τον πλησίασε αντί να τον κατασπαράξει, τον προσκύνησε. Αφού δε τον πείραξε η αρκούδα, μια λεοπάρδαλη διέταξε τότε να λύσουν, η οποία έτρεξε και στον λαιμό εκείνου ανέβηκε και αντί να τον δαγκώσει, τον ιδρώτα του έγλυφε με την γλώσσα της.
Μόλις ο ηγεμόνας κατάλαβε ότι κανένα δικό του θηρίο δεν θα τον πείραζε, διάταξε να τον βάλουν στην φυλακή. Έδωσε τότε εντολή να κυνηγήσουν το πιο άγριο λιοντάρι και αφού το συλλάβουν να το αφήσουν νηστικό για επτά μέρες. Έτσι και έκαναν, μόλις λοιπόν αγρίεψε πολύ το λιοντάρι διάταξε ο ηγεμόνας να φέρουν τον Μάμα πάλι στο στάδιο και εκεί να αφήσουν ελεύθερο το θηρίο.
Μόλις το αγριεμένο λιοντάρι βγαίνει στην αρένα, πέφτει μπροστά στα πόδια του Αγίου. Και χρησιμοποιώντας ανθρώπινη φωνή λέει:
«Ώ φύση ανθρώπου υπό Αγίου Πνεύματος σκεπτόμενη. Κοίτα τώρα για σένα από τους Αγγέλους αναγκάζομαι να μιλώ. Εσύ είσαι ο βοσκός που με φρόντιζε στα βουνά. Για σένα ήρθα εδώ.»
Μόλις είπε αυτά άγγελοι έκλεισαν στις πύλες του σταδίου. Το λιοντάρι τότε ανέβηκε πάνω στις κερκίδες και κατασπάραξε πολλούς Ιουδαίους και Έλληνες ειδωλολάτρες.
Μόνος σώθηκε ο ηγεμόνας και η φρουρά του. Και αυτό συνέβη κατά εντολή του Μάμα. Ο οποίος του είπε να αφήσει αυτόν για να δικαστεί στο Θείο και Ουράνιο δικαστήριο για τα πάρα πολλά αδικήματα τα οποία διέπραξε και για τα οποία αντίστοιχη πρέπει να λάβει τιμωρία.
Το αίμα που άφθονο χύθηκε καθόλου δεν σεβάστηκε ο παράνομος ηγεμόνας αλλά φεύγοντας για το διοικητήριό του την τελευταία στιγμή απευθύνεται τον Μάμα και του ζητάει και πάλι να αρνηθεί τον θεό του.
Ο Μάμας τότε του απαντάει: -Ιερόσυλε και υποκριτή, εσύ που με τους δαίμονες επικοινωνείς, δεν θα με πειράξεις εμένα τον δούλο του θεού, τον αμαρτωλό Μάμα. Τον θεό μου λοιπόν δεν αρνούμαι. Και φωτιά μεγάλη και ρομφαία τιμωρίας από τον ουρανό θα πέσει και θα σε εξαφανίσει. Εσένα και όλους όσους αρνούνται τον θεό. Γρήγορα ο Κύριος θα σας το ανταποδώσει.Γιατί Κύριε δεν σε αναγνωρίζουν αλλά πιστεύουν σε ψεύτικα είδωλα, σε έτρες και ξύλα που άνθρωπος τα έχει σκαλίσει.
Ταραγμένος από τούτα τα λόγια ο ηγεμών είπε: -Λιοντάρι τρομερό έχω, και αυτό θα βάλω να σε κατασπαράξει.
Ο Μάμας είπε: -Ότι θέλεις κάνε. Μόνο κάνε το γρήγορα.
Κι αμέσως διέταξε να τον στείλουν στην αρένα.
Ο Μάμας είπε στον ηγεμόνα: -Τύραννε και μισάνθρωπε. Και της αλήθειας εχθρέ. Πραγματοποίησε γρήγορα την εντολή που σου έδωσε ο αρχηγός σου που λέγεται σατανάς.
Πρόσταξε ο ηγεμόνας να αφήσουν το λιοντάρι. Ο Μάμας τότε στεκόταν στην μέση στις αρένας. Και κοιτάζοντας τον ουρανό, δόξαζε τον θεό. Το λιοντάρι βγαίνοντας στην αρένα, θρυχήθηκε δυνατά και φτάνοντας στον μάρτυρα κυλίστηκε μπροστά στο πόδια του. Γονατισμένο το ζώο σε ένδειξη σεβασμού, έκανε γοργές δυνατές κινήσεις, σπρώχνοντας τον Άγιο θέλοντας να τον απομακρύνει από εκεί, να τον διώξει, να τον γλιτώσει.

Ο Μαρτυρικός θάνατος του Αγίου
Το αιμοβόρο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί εκεί, βλέποντας αυτή την κίνηση του ζώου, κραύγαζε, σφύριζε και ούρλιαζε :
-Συνέλαβέ τον ηγεμόνα. Στείλε τους στρατιώτες σου και πιάσε τον, για να μην γλιτώσει αυτός που δεν πιστεύει στους θεούς μας.
Κι άρχισαν εξαγριωμένοι να τον λιθοβολούν. Οι πέτρες όμως που του έριχναν, δεν έπεφταν πάνω στο σώμα του, αλλά αποφεύγοντάς τον, γίνονταν σωρός πάνω στην γη. Ο ηγεμών θυμωμένος πεισμάτωσε , και διέταξε ιππικό να έρθει. Και μόλις τον έφτασαν οι καβαλάρηδες, ένας μονομάχος με την τρίαινά του, τον χτύπησε στην κοιλιά.
Όταν αυτό έγινε όλος ο κόσμος ξαφνιάστηκε με την εγκαρτέρηση του Αγίου. Έγινε δε ησυχία πολλή. Και φωνή εξ ουρανού ακούστηκε να λέει: «εμπρός λοιπόν ανέβα σε εμάς Μάμα. Και ο πατήρ αισθάνεται μεγάλη χαρά και αγαλλίαση για την δικιά σου προσπάθεια και θυσία. Για το μαρτύριο, την σωματική και την πνευματική δοκιμασία, στον επίπονο αγώνα που έδωσες με τόση εγκαρτέρηση και πίστη και ο Υιός σε στεφανώνει. Και το Άγιο Πνεύμα που από την αρχή σε οδήγησε.»
Και με το αίμα του να τρέχει ρέει κρουνός, και συγκρατώντας τα εντόσθια του να με τα χέρια, έτσι βγήκε από το στάδιο.
Περπατώντας απόσταση περίπου δύο σταδίων (περίπου τριακόσια εβδομήντα μέτρα) έξω από την πόλη βρήκε μια πέτρα και έκατσε να ξεκουραστεί. Και σηκώνοντας τα μάτια του προς τον ουρανό είπε:
-Κύριε μην ανταποδώσεις σε αυτούς, αυτά, που εκείνοι έκαναν σε μένα. Αλλά ανάπαυσέ την ψυχή μου εν ειρήνη. Και τοποθέτησε με μαζί με τους Άγιους σου Μάρτυρες.
Λέγοντας αυτά και ευχαριστώντας τον Θεό παρέδωσε το Πνεύμα.
Τιμή στους ευλαβείς άνδρες που συγκεντρώθηκαν, οι οποίοι παίρνοντας το άγιο Του λείψανο, με πολυτέλεια φρόντισαν και το ενταφίασαν σε τόπο επίσημο.

Μαρτύρησε λοιπόν ο Άγιος Μάμας στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Πριν από δεκατρείς καλένδες του μηνός Σεπτεμβρίου. Πριν από δέκα τρία δηλαδή χρόνια.
Επί βασιλείας Αυτοκράτορα Αυριλλιανού. Κυβερνήτη δε της Καππαδοκίας του Αλεξάνδρου.

Για εμάς τους Χριστιανούς όμως αρχή και εξουσία δεν υπάρχει άλλη, απ’ εκείνην του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Που το κράτος και η δόξα είναι στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: